Βουλή

Παρεμβάσεις για τη μείωση της υπερφορολόγησης των εταιρικών αυτοκινήτων

Παρεμβάσεις για τη μείωση της υπερφορολόγησης των εταιρικών αυτοκινήτων

Ερώτηση Ν. Μηταράκη και άλλων Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας προς τον Υπουργό Οικονομικών σχετικά με παρεμβάσεις για τη μείωση της υπερφορολόγησης των εταιρικών αυτοκινήτων.

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς: τον Υπουργό Οικονομικών

Θέμα: Παρεμβάσεις για τη μείωση της υπερφορολόγησης των εταιρικών αυτοκινήτων

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 99 του ν.4446/2016 (ΦΕΚΑ' 240/22-12-2016) αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 13 του ν. 4172/2013 και ορίσθηκε νέος τρόπος υπολογισμού της αξίας της παροχής σε είδος, ο οποίος υπολογίζεται ως ποσοστό της Λιανικής Τιμής προ Φόρων (ΛΤΠΦ) του οχήματος που παρέχεται. Πιο συγκεκριμένα, η αξία της παραχώρησης ενός οχήματος σε εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του φορολογικού έτους, υπολογίζεται ως ποσοστό της ΛΤΠΦ του οχήματος με βάση την παρακάτω κλίμακα ως εξής:

α) για ΛΤΠΦ από 0 έως 12.000 ευρώ ως ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) της ΛΤΠΦ ως επιπλέον ετήσιο εισόδημα,

β) για ΛΤΠΦ από 12.001 έως 17.000 ευρώ ως ποσοστό επτά τοις εκατό (7%) της ΛΤΠΦ ως επιπλέον ετήσιο εισόδημα,

γ) για ΛΤΠΦ από 17.001 έως 20.000 ευρώ ως ποσοστό δεκατέσσερα τοις εκατό (14%) της ΛΤΠΦ ως επιπλέον ετήσιο εισόδημα,

δ) για ΛΤΠΦ από 20.001 έως 25.000 ευρώ ως ποσοστό δεκαοκτώ τοις εκατό (18%) της ΛΤΠΦ ως επιπλέον ετήσιο εισόδημα,

ε) για ΛΤΠΦ πλέον των 25.001 ευρώ ως ποσοστό είκοσι δύο τοις εκατό (22%) της ΛΤΠΦ ως επιπλέον ετήσιο εισόδημα, ανεξάρτητα αν το όχημα ανήκει στην επιχείρηση ή είναι μισθωμένο με οποιονδήποτε τρόπο στα ανωτέρω πρόσωπα.

Το ανωτέρω ποσοστό κάθε οχήματος δεν επιμερίζεται σε περισσότερα του ενός πρόσωπα.

Η αξία της παραχώρησης του οχήματος μειώνεται βάσει παλαιότητας ως εξής:

i) 0-2 έτη καμία μείωση

ii) 3-5 έτη μείωση δέκα τοις εκατό (10%)

iii) 6-9 έτη μείωση είκοσι πέντε τοις εκατό (25%)

iv) Από 10 έτη και μετά μείωση πενήντα τοις εκατό (50%).

Στη Λιανική Τιμή προ Φόρων οχήματος συμπεριλαμβάνεται και η αξία του προαιρετικού (EXTRA) εξοπλισμού, προ Φ.Π.Α. και το τέλος ταξινόμησης και αναγράφεται στη «Βεβαίωση Ανώτατης προτεινόμενης Λιανικής Τιμής προ Φόρων». Από τη φορολόγηση εξαιρούνται τα οχήματα που παραχωρούνται αποκλειστικά για επαγγελματικούς σκοπούς όπως για παράδειγμα τα «tool cars», τα οχήματα μεταφοράς προσωπικού, τα οχήματα test drive κλπ., υπό την προϋπόθεση όμως ότι έχουν Λιανική Τιμή προ Φόρων έως 12.000 ευρώ (ΠΟΛ 1045/2017).

Με τις ανωτέρω διατάξεις η φορολόγηση των παροχών σε είδος εταιρικών αυτοκινήτων τροποποιήθηκε επί το επαχθέστερον σε σχέση με τις προϊσχύσασες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του ν. 4172/2013. Προκαλούνται έτσι τεράστια προβλήματα σε χιλιάδες εργαζομένους επιχειρήσεων, οι οποίοι επιβαρύνονται με επιπλέον φορολογητέο εισόδημα λόγω της αξίας του εταιρικού αυτοκινήτου που τους παραχωρούν οι εταιρείες ως απαραίτητο εργαλείο για την εργασία τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι η επιπλέον φορολογική επιβάρυνση είναι τόσο υψηλή που ορισμένοι εργαζόμενοι χάνουν έως και ένα μισθό το χρόνο. Δεν λαμβάνεται όμως με τον τρόπο αυτό υπόψη ότι η πλειονότητα των εργαζομένων στους οποίους παρέχεται εταιρικό αυτοκίνητο είναι χαμηλόμισθοι με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται σημαντικά από το συγκεκριμένο φορολογικό μέτρο. Επιπροσθέτως, οι συγκεκριμένοι φορολογούμενοι πλήττονται και από τη μείωση του αφορολόγητου από τα 9.545 Ευρώ στα 8.636 Ευρώ.

Στη σημαντική αύξηση της φορολόγησης των παροχών σε είδος εταιρικών αυτοκινήτων συμβάλλει ιδίως η φορολόγηση ακόμη και των αυτοκινήτων που παραχωρούνται αποκλειστικά για επαγγελματικούς σκοπούς όπως για παράδειγμα τα «tool cars», τα οχήματα μεταφοράς προσωπικού, τα οχήματα test drive,κλπ., εφόσον αυτά έχουν Λιανική Τιμή προ Φόρων μεγαλύτερη από 12.000 ευρώ. Υπογραμμίζεται ότι σύμφωνα με την ΠΟΛ 1219/6.10.2014 διευκρινίστηκε ότι οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 13 δεν καταλάμβαναν, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή των οποιωνδήποτε επιπλέον προϋποθέσεων:

«α) τα αυτοκίνητα, τα οποία παρέχουν οι επιχειρήσεις σε συγκεκριμένους πωλητές, τεχνικούς και λοιπούς εργαζομένους, των οποίων η εργασία απαιτεί συχνή μετακίνηση εκτός των εγκαταστάσεων του εργοδότη (tool cars) και χρησιμοποιούνται για την επιχειρηματική δραστηριότητα του εργοδότη, ανεξάρτητα αν τα αυτοκίνητα αυτά μπορεί να χρησιμοποιούνται από τον δικαιούχο και εκτός του ωραρίου εργασίας τους. Αντιθέτως, καταλαμβάνεται και αποτελεί παροχή σε είδος ή κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόμενη αγοραία αξία των αυτοκινήτων που παρέχονται στους εργαζόμενους λόγω της θέσης τους (π.χ. σε διευθυντές και επιθεωρητές πωλήσεων, τεχνικούς διευθυντές και λοιπά στελέχη).

β) για αυτοκίνητα δοκιμών (test drive), που διαθέτουν οι επιχειρήσεις εμπορίας αυτοκινήτων,

γ) για αυτοκίνητα μεταφοράς προσωπικού (π.χ. mini-bus),

δ) για αυτοκίνητα που χρησιμοποιούν επιχειρήσεις (π.χ. ξενοδοχειακές επιχειρήσεις) για μεταφορά καλεσμένων ή πελατών τους,

ε) για αυτοκίνητα τα οποία διαθέτουν οι επιχειρήσεις επισκευής και συντήρησης (service) αυτοκινήτων προσωρινά σε αντικατάσταση των επισκευαζόμενων,

στ) για αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που χρησιμοποιούνται από τις αεροπορικές εταιρείες και τις επιχειρήσεις διαχείρισης αεροδρομίων για την εξυπηρέτηση των αεροσκαφών και των επιβατών τους (αυτοκίνητα πίστας) καθώς και για την μεταφορά VIPS ή προσωπικού».

Πέραν αυτών, ο νέος τρόπος υπολογισμού της φορολογικής επιβάρυνσης στην περίπτωση παροχών σε είδος εταιρικών αυτοκινήτων είναι σημαντικά πολυπλοκότερος του προϊσχύσαντος συστήματος, καθώς προκύπτει από την εφαρμογή διαφορετικών συντελεστών αναλόγως της λιανικής τιμής προ φόρων, ενώ περαιτέρω εφαρμόζονται συντελεστές μείωσης λόγω παλαιότητας.

Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό όπως επαναπροσδιοριστεί το σύστημα  φορολόγησης από παροχές σε είδος εταιρικών αυτοκινήτων, για λόγους τόσο απλοποίησης, όσο και αποφυγής της επιβάρυνσης της πλειονότητας των εργαζομένων με ένα επιπλέον φορολογικό χαράτσι για το αυτοκίνητο που χρησιμοποιούν ως εργαλείο δουλειάς.

Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται όπως επανέλθουν οι ρυθμίσεις της παραγράφου 2, του άρθρου 13, του νόμου 4172/2013. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη: «Η αγοραία αξία της παραχώρησης ενός οχήματος σε εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα ενός φορολογικού έτους, υπολογίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%)του κόστους του οχήματος που εγγράφεται ως δαπάνη στα βιβλία του εργοδότη με τη μορφή της απόσβεσης περιλαμβανομένων των τελών κυκλοφορίας, επισκευών, συντηρήσεων, καθώς και του σχετικού χρηματοδοτικού κόστους που αντιστοιχεί στην αγορά του οχήματος ή του μισθώματος. Σε περίπτωση που το κόστος είναι μηδενικό, η αγοραία αξία της παραχώρησης ορίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) της μέσης δαπάνης ή απόσβεσης κατά τα τελευταία τρία (3) έτη».

Δεδομένων όλων των ανωτέρω ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

Προτίθεστε να επαναπροσδιορίσετε τον τρόπο φορολόγησης των εταιρικών αυτοκινήτων και να επαναφέρετε τις ρυθμίσεις της παραγράφου 2, του άρθρου 13, του νόμου 4172/2013, με τις εξαιρέσεις των αυτοκινήτων όπως αυτές διευκρινίστηκαν με την ΠΟΛ1219/6.10.2014;

Οι συνυπογράφοντες βουλευτές

Κοινοβουλευτικός Έλεγχος

Ερώτηση
Οι Βουλευτές μπορούν να απευθύνουν εγγράφως στους Υπουργούς ερωτήσεις για οποιαδήποτε δημόσια υπόθεση, οι οποίες σκοπούν στην ενημέρωση της Βουλής σχετικά με την υπόθεση αυτή. Οι Υπουργοί οφείλουν να απαντούν εγγράφως στους ερωτώντες Βουλευτές εντός είκοσι πέντε ημερών. Σε κάθε περίπτωση, στην αρχή μιας συνεδρίασης κάθε εβδομάδα εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη της Βουλής και συζητούνται αναφορές και ερωτήσεις
Αναφορά
Καθένας ή πολλοί μαζί μπορούν να απευθύνουν εγγράφως και επωνύμως παράπονα ή αιτήματα στη Βουλή των Ελλήνων. Οι Βουλευτές μπορούν, εάν το επιθυμούν, να υιοθετήσουν τις αναφορές αυτές. Ο Υπουργός είναι υποχρεωμένος, εντός είκοσι πέντε ημερών, να απαντήσει στην αναφορά.
Επίκαιρη Ερώτηση
Για θέματα της άμεσης επικαιρότητας, κάθε Βουλευτής έχει δικαίωμα να υποβάλλει επίκαιρη ερώτηση που απευθύνεται στον Πρωθυπουργό ή τους Υπουργούς, οι οποίοι απαντούν προφορικά. Μία φορά τουλάχιστον την εβδομάδα, ο Πρωθυπουργός απαντά ο ίδιος σε δύο τουλάχιστον επίκαιρες ερωτήσεις που αυτός επιλέγει. Επίκαιρες ερωτήσεις συζητούνται στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων σε τρεις συνεδριάσεις κάθε εβδομάδα, αλλά και στο Τμήμα διακοπής των εργασιών.
Επερώτηση
Οι επερωτήσεις αποσκοπούν στον έλεγχο της Κυβέρνησης για πράξεις ή παραλείψεις της. Οι Βουλευτές που έχουν καταθέσει ερωτήσεις ή αίτηση κατάθεσης εγγράφων μπορούν να τις μετατρέψουν σε επερωτήσεις εάν κρίνουν ότι η απάντηση του Υπουργού δεν είναι επαρκής. Οι επερωτήσεις συζητούνται στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων. Εάν υπάρχουν περισσότερες επερωτήσεις για το ίδιο θέμα, η Βουλή μπορεί να αποφασίσει την ταυτόχρονη συζήτησή τους, ή ακόμη και τη γενίκευση της συζήτησης.
Επίκαιρη Επερώτηση
Για θέματα της άμεσης επικαιρότητας οι Βουλευτές έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν επίκαιρες επερωτήσεις. Οι επίκαιρες επερωτήσεις συζητούνται κάθε Δευτέρα στην Ολομέλεια αλλά και σε ορισμένες συνεδριάσεις του Τμήματος διακοπής των εργασιών. Κατά γενικό κανόνα, οι διαδικασίες που προβλέπει ο Κανονισμός για τις επερωτήσεις εφαρμόζονται και στις επίκαιρες επερωτήσεις.
Ερώτηση & ΑΚΕ
Οι Βουλευτές μπορούν να απευθύνουν εγγράφως στους Υπουργούς ερωτήσεις για οποιαδήποτε δημόσια υπόθεση, οι οποίες σκοπούν στην ενημέρωση της Βουλής σχετικά με την υπόθεση αυτή, ενώ παράλληλα δύνανται να ζητούν και την κατάθεση σχετικών εγγράφων. Οι Υπουργοί οφείλουν να απαντούν εγγράφως στους ερωτώντες Βουλευτές εντός είκοσι πέντε ημερών.
Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων
Οι Βουλευτές έχουν το δικαίωμα να ζητούν εγγράφως από τους Υπουργούς την κατάθεση εγγράφων σχετικών με κάποια δημόσια υπόθεση. Ο Υπουργός οφείλει να καταθέσει εντός μηνός τα ζητούμενα έγγραφα. Πάντως δεν μπορούν να κατατεθούν έγγραφα που αφορούν διπλωματικό ή στρατιωτικό ή σχετικό με την ασφάλεια του Κράτους μυστικό.

Δημοφιλή Θέματα

Τελευταία Νέα

Αναζήτηση