Βουλή

Ομιλία Ν. Μηταράκη στη Βουλή για τη Συμφωνία των Πρεσπών: Φέρατε μια Συμφωνία εκτός Εθνικής Γραμμής

Ιδιαίτερα δριμύς απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά και στους πρώην κυβερνητικούς εταίρους ΑΝΕΛ, στάθηκε ο κ. Νότης Μηταράκης, βουλευτής Χίου, στη σημερινή του ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής για την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών. «Δεχτήκατε σήμερα υποχωρήσεις που καμία άλλη Ελληνική Κυβέρνηση δεν έπραξε», είπε, ενώ συνέχισε: «Συζητάμε σήμερα μια συμφωνία στην οποία αντιτίθεται, η μεγάλη πλειοψηφία του Ελληνικού λαούΗ Βουλή βρίσκεται «εν προφανεί δυσαρμονία προς το λαϊκόν αίσθημα», όπως έλεγε το Σύνταγμα του 1975».

Ο κ. Μηταράκης έδωσε ιδιαίτερα έμφαση στο θέμα της χρήσης της ονομασίας ergaomnes(έναντι όλων), τονίζοντας ότι αυτό στην πραγματικότητα δεν ισχύει. «Με τη συμφωνία που δεχτήκατε, ναι μεν η κρατική οντότητα θα ονομάζεται «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας,  αλλά θα κατοικείται από Μακεδόνες, που μιλάνε Μακεδονικά. Άρα, τελικά, πώς θα λέγεται στην πράξη η χώρα; Μακεδονία!!! Με την άδειά σας!! Και ήδη το «Βόρειος», πολύ πριν εγκριθεί η Συμφωνία από τα δύο κοινοβούλια, έχει ξεχαστεί.»

Επεσήμανε τους σοβαρούς κινδύνους: «Η Συμφωνία αποτελεί θερμοκήπιο αλυτρωτισμού για το μέλλον. Με το άρθρο 7, ουσιαστικά δημιουργούνται δύο έννοιες για τη Μακεδονία. Άλλα θα εννοούμε εμείς, άλλα οι γείτονές μας. Και θα φανεί πολύ γρήγορα, ότι δίνετε τη δυνατότητα στους γείτονες να οικειοποιηθούν σχεδόν αποκλειστικά την έννοια του σύγχρονου “Μακεδόνα”».

«Συμβαίνει κάτι πρωτοφανές στα κοινοβουλευτικά χρονικά: Σε ένα ζήτημα μείζονος εθνικής ευαισθησίας, που δεσμεύει εσαεί την Ελλάδαοι βουλευτές καλούνται να ψηφίσουν εν κενώ και χωρίς να έχουν υπάρξει επαρκείς διευκρινίσεις από την πλευρά των Σκοπίων», είπε ο κ. Μηταράκης, καταγγέλλοντας το γεγονός ότι δεν έχει κατατεθεί στη Βουλή το επίσημο κείμενο του νέου Συντάγματος της ΠΓΔΜ.

«Στα Εθνικά μας θέματα, φάνηκε ξεκάθαρα ότι οι Έλληνες γύρισαν την πλάτη στην Κυβέρνηση και σας ζητούν με κάθε τρόπο να φύγετε», κατέληξε ο κ. Μηταράκης.

 

Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία:

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ (ΝΟΤΗΣ) ΜΗΤΑΡΑΚΗΣ: Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συζητάμε σήμερα μια κακή, ετεροβαρή, επιζήμια Συμφωνία, η οποία στηρίζεται σε σημαντικές υποχωρήσεις της χώρας μας, αντίθετες με την εθνική γραμμή. Η εθνική γραμμή ακολουθήθηκε από το 1991, οπότε και ανεξαρτητοποιήθηκε το κρατίδιο των Σκοπίων από τη Γιουγκοσλαβία, μέχρι και σήμερα. Πάντα οι ελληνικές κυβερνήσεις επεδίωκαν μια κοινά αποδεκτή λύση, αλλά όχι λύση για τη λύση.

Δεχτήκατε σήμερα υποχωρήσεις που καμιά άλλη ελληνική κυβέρνηση δεν έπραξε τις τελευταίες δεκαετίες. Συζητάμε σήμερα μια Συμφωνία, στην οποία αντιτίθεται η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Η Βουλή βρίσκεται εν προφανή δυσαρμονία προς το λαϊκό αίσθημα, όπως έλεγε το Σύνταγμα του 1975.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ισχυρίζεστε ότι στο θέμα του ονόματος η Συμφωνία είναι «ergaomnes», μία ονομασία δηλαδή έναντι όλων. Ισχυρίζεστε, επίσης, ότι αντιμετωπίζει τα προβλήματα αλυτρωτισμού τώρα και στο μέλλον. Ισχύουν, όμως, οι ισχυρισμοί σας;

Δυστυχώς για τη χώρα, η απάντηση είναι «Όχι». Η Συμφωνία των Πρεσπών στην πραγματικότητα δεν λειτουργεί «ergaomnes». Η Ελλάδα παραχωρεί στη γειτονική χώρα ουσιαστικά το όνομα, μαζί με τη γλώσσα και την ταυτότητα. Με τη Συμφωνία που δεχθήκατε, ναι μεν η κρατική οντότητα θα ονομάζεται επίσημα «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», αλλά θα κατοικείται από Μακεδόνες που μιλάνε «μακεδονικά». Άρα, τελικά, πώς θα λέγεται στην πράξη η γείτονα χώρα; Θα λέγεται «Μακεδονία», με την άδειά σας. Δηλαδή, στην πράξη δεν θα υπάρχει χρήση αυτού του γεωγραφικού προσδιορισμού. Ο γεωγραφικός προσδιορισμός αφορά τελικά μόνο το επίσημο όνομα της κρατικής οντότητας και ήδη το «Βόρειος», πολύ πριν εγκριθεί η Συμφωνία από τα δύο κοινοβούλια, έχει ξεχαστεί. Ο κύριος Ζάεφ δεν το χρησιμοποιεί ούτε καν για τα προσχήματα. «Defacto» ο γεωγραφικός προσδιορισμός, έτσι όπως δόθηκε, δεν έχει καμία απολύτως σημασία.

Τι σημασία έχει, κύριοι της κυβερνητικής Πλειοψηφίας, ένας γεωγραφικός προσδιορισμός, όταν αυτός δεν συνοδεύεται από τη γλώσσα και από την εθνικότητα; Ξέρουμε όλοι καλά ότι σχεδόν πουθενά δεν χρησιμοποιείται και για κανένα κράτος η επίσημη ονομασία. Η επίσημη ονομασία της χώρας μας είναι «Ελληνική Δημοκρατία». Παντού, όμως, η χώρα αποκαλείται «Ελλάδα», «Ελλάδα» τη λέμε, «Έλληνες» είναι ο λαός μας, «ελληνική» είναι η γλώσσα μας. Αυτά προσδιορίζουν την εθνική μας ταυτότητα.

Έτσι κι εσείς, κυρίες και κύριοι, μ’ αυτή τη Συμφωνία δίνετε στους βόρειους γείτονές μας την πολυπόθητη για αυτούς ταυτότητα και αυτό αποτελεί βασική παραβίαση της εθνικής γραμμμής όλων των ελληνικών κυβερνήσεων μέχρι σήμερα.

Δεύτερο βασικό θέμα είναι η οικειοποίηση της έννοιας της Μακεδονίας. Λέτε ότι διασφαλίζετε τον πλήρη διαχωρισμό του ιστορικού παρελθόντος από το σήμερα. Όμως, τελικά δίνετε πολύ περισσότερα από την ταυτότητα. Με το άρθρο 7 ουσιαστικά δημιουργείτε δύο έννοιες για τη Μακεδονία. Άλλα θα εννοούμε εμείς, άλλα οι γείτονές μας. Μα, πώς είναι δυνατόν ο ίδιος ορισμός να αφορά δύο τελείως διαφορετικές έννοιες; Και θα φανεί πολύ γρήγορα ότι δίνετε τη δυνατότητα στους γείτονες να οικειοποιηθούν σχεδόν αποκλειστικά την έννοια του σύγχρονου Μακεδόνα. Τελικά, η Συμφωνία αποτελεί θερμοκήπιο αλυτρωτισμού για το μέλλον.

Θα ήθελα να τονίσω, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι μέχρι στιγμής καμιά συνταγματική αναθεώρηση στα Σκόπια δεν έχει ολοκληρωθεί, όπως υποχρέωνε ρητά τη γειτονική μας χώρα η Συμφωνία των Πρεσπών, κάτι που παραδέχθηκε πλέον και η Κυβέρνηση υπό την πίεση της Νέας Δημοκρατίας. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, συνιστά ευθεία παραβίαση της Συμφωνίας εκ μέρους των Σκοπίων, με την ανοχή της Κυβέρνησης, καθώς επιτρέπει στα Σκόπια να ολοκληρώσουν κατά το δοκούν την αναθεώρηση μετά την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ. Μάλιστα, αυτό συμβαίνει ενώ ακόμα και στις τροποποιήσεις της διακοίνωσης υπάρχουν αλληλοαναιρούμενες και ασαφείς διατυπώσεις που χρήζουν διευκρινίσεων, καθώς επιτρέπουν εντελώς διαφορετικές ερμηνείες.

 Με τα δεδομένα αυτά συμβαίνει κάτι πρωτοφανές στα κοινοβουλευτικά χρονικά. Σε ένα ζήτημα μείζονος εθνικής ευαισθησίας που δεσμεύει εσαεί την Ελλάδα, οι Βουλευτές καλούνται να ψηφίσουν εν κενώ και χωρίς να έχουν υπάρξει επαρκείς διευκρινίσεις από την πλευρά των Σκοπίων.

Η Νέα Δημοκρατία αξιώνει το αυτονόητο, δηλαδή να κατατεθεί στη Βουλή το πλήρες, επίσημο και κωδικοποιημένο κείμενο του νέου Συντάγματος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και μαζί και το Προοίμιό του.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η εφαρμογή της Συμφωνίας με τα Σκόπια δεν είναι εξασφαλισμένη. Θυμίζω τι συνέβη πριν από περίπου μια δεκαετία με τη διμερή συμφωνία Ελλάδος-Αλβανίας. Η συμφωνία επικυρώθηκε τότε από τα κοινοβούλια των δύο χωρών, αλλά έξι μήνες μετά, ο τότε Αρχηγός της Αντιπολίτευσης της Αλβανίας και σημερινός Πρωθυπουργός προσέφυγε κατά της συμφωνίας και μέσα σε άλλους έξι μήνες, η συμφωνία αυτή ακυρώθηκε.

Τι ασφαλιστικές δικλίδες έχουμε, κύριοι Υπουργοί, ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί ξανά; Γιατί η Ελλάδα βιάζεται να ψηφίσει και να εφαρμόσει τη Συμφωνία, τη στιγμή που οι γείτονες δεν έχουν στείλει καν το πλήρες κείμενο του αναθεωρημένου Συντάγματός τους;

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, άλλα ψηφίζονται εδώ μέσα και άλλα θέλουν οι Έλληνες πολίτες. Στα εθνικά μας θέματα φάνηκε ξεκάθαρα ότι οι Έλληνες σας  γύρισαν την πλάτη και σας ζητούν με κάθε τρόπο να φύγετε.

Σας ευχαριστώ.

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Σπυρίδων Λυκούδης): Ευχαριστώ, κύριε Μηταράκη.

Κοινοβουλευτικός Έλεγχος

Ερώτηση
Οι Βουλευτές μπορούν να απευθύνουν εγγράφως στους Υπουργούς ερωτήσεις για οποιαδήποτε δημόσια υπόθεση, οι οποίες σκοπούν στην ενημέρωση της Βουλής σχετικά με την υπόθεση αυτή. Οι Υπουργοί οφείλουν να απαντούν εγγράφως στους ερωτώντες Βουλευτές εντός είκοσι πέντε ημερών. Σε κάθε περίπτωση, στην αρχή μιας συνεδρίασης κάθε εβδομάδα εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη της Βουλής και συζητούνται αναφορές και ερωτήσεις
Αναφορά
Καθένας ή πολλοί μαζί μπορούν να απευθύνουν εγγράφως και επωνύμως παράπονα ή αιτήματα στη Βουλή των Ελλήνων. Οι Βουλευτές μπορούν, εάν το επιθυμούν, να υιοθετήσουν τις αναφορές αυτές. Ο Υπουργός είναι υποχρεωμένος, εντός είκοσι πέντε ημερών, να απαντήσει στην αναφορά.
Επίκαιρη Ερώτηση
Για θέματα της άμεσης επικαιρότητας, κάθε Βουλευτής έχει δικαίωμα να υποβάλλει επίκαιρη ερώτηση που απευθύνεται στον Πρωθυπουργό ή τους Υπουργούς, οι οποίοι απαντούν προφορικά. Μία φορά τουλάχιστον την εβδομάδα, ο Πρωθυπουργός απαντά ο ίδιος σε δύο τουλάχιστον επίκαιρες ερωτήσεις που αυτός επιλέγει. Επίκαιρες ερωτήσεις συζητούνται στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων σε τρεις συνεδριάσεις κάθε εβδομάδα, αλλά και στο Τμήμα διακοπής των εργασιών.
Επερώτηση
Οι επερωτήσεις αποσκοπούν στον έλεγχο της Κυβέρνησης για πράξεις ή παραλείψεις της. Οι Βουλευτές που έχουν καταθέσει ερωτήσεις ή αίτηση κατάθεσης εγγράφων μπορούν να τις μετατρέψουν σε επερωτήσεις εάν κρίνουν ότι η απάντηση του Υπουργού δεν είναι επαρκής. Οι επερωτήσεις συζητούνται στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων. Εάν υπάρχουν περισσότερες επερωτήσεις για το ίδιο θέμα, η Βουλή μπορεί να αποφασίσει την ταυτόχρονη συζήτησή τους, ή ακόμη και τη γενίκευση της συζήτησης.
Επίκαιρη Επερώτηση
Για θέματα της άμεσης επικαιρότητας οι Βουλευτές έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν επίκαιρες επερωτήσεις. Οι επίκαιρες επερωτήσεις συζητούνται κάθε Δευτέρα στην Ολομέλεια αλλά και σε ορισμένες συνεδριάσεις του Τμήματος διακοπής των εργασιών. Κατά γενικό κανόνα, οι διαδικασίες που προβλέπει ο Κανονισμός για τις επερωτήσεις εφαρμόζονται και στις επίκαιρες επερωτήσεις.
Ερώτηση & ΑΚΕ
Οι Βουλευτές μπορούν να απευθύνουν εγγράφως στους Υπουργούς ερωτήσεις για οποιαδήποτε δημόσια υπόθεση, οι οποίες σκοπούν στην ενημέρωση της Βουλής σχετικά με την υπόθεση αυτή, ενώ παράλληλα δύνανται να ζητούν και την κατάθεση σχετικών εγγράφων. Οι Υπουργοί οφείλουν να απαντούν εγγράφως στους ερωτώντες Βουλευτές εντός είκοσι πέντε ημερών.
Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων
Οι Βουλευτές έχουν το δικαίωμα να ζητούν εγγράφως από τους Υπουργούς την κατάθεση εγγράφων σχετικών με κάποια δημόσια υπόθεση. Ο Υπουργός οφείλει να καταθέσει εντός μηνός τα ζητούμενα έγγραφα. Πάντως δεν μπορούν να κατατεθούν έγγραφα που αφορούν διπλωματικό ή στρατιωτικό ή σχετικό με την ασφάλεια του Κράτους μυστικό.

Δημοφιλή Θέματα

Τελευταία Νέα

Αναζήτηση