Βουλή

Ομιλία Ν. Μηταράκη στη Συνεδρίαση της Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου για την Π/Ν "Μέτρα ανακούφισης της λαϊκής οικογένειας"

Ομιλία Ν. Μηταράκη στη Συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου για την Πρόταση Νόμου "Μέτρα ανακούφισης της λαϊκής οικογένειας" που υπέβαλε το ΚΚΕ προς το Υπουργείο Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού.

Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία Πρόεδρε.

Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κύριοι Υπουργοί, είναι θετικό, ότι η πολύ επίκαιρη πρόταση νόμου του Κ.Κ.Ε. έρχεται σήμερα για συζήτηση, στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου.

Αντιλαμβανόμαστε όλοι, ότι λόγω του άρθρου 73 του Συντάγματος, ουσιαστικά έρχεται  ως εργαλείο κοινοβουλευτικού ελέγχου και μας δίνει την αφορμή να συζητήσουμε για την ενισχυόμενη φτωχοποίηση του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού λαού.

Θα κάνω και μια κριτική, βέβαια, ότι είναι θετικό ότι συζητείται. Βέβαια, αυτή η πρόταση νόμου κατατέθηκε τον Νοέμβριο του 2015.

Επίσης, παρατηρούμε μια απαξίωση των διαδικασιών κοινοβουλευτικού ελέγχου και αυτό έχει τονιστεί πάρα πολλές φορές από πολλούς συνάδελφος και απ' όλα τα Κόμματα σχεδόν της Αντιπολίτευσης στην Διάσκεψη των Προέδρων.

Επίσης, πρόσφατα τέθηκε και ιδιαίτερο θέμα για την καθυστέρηση της σύστασης της πολύ απαραίτητης Εξεταστικής - των πραγμάτων - Επιτροπής, για να δούμε το τι πραγματικά συνέβη το καλοκαίρι του 2015 και πλέον μαθαίνουμε τις εξελίξεις μέσα από τις δηλώσεις αυτών που συμμετείχανε, νομίζω ότι είναι χρήσιμο όλα αυτά να έρθουν στη Βουλή.

Επίσης, μια και μιλάω για την απαξίωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου, θα ήθελα να πω ότι δεκάδες Επίκαιρες Ερωτήσεις Βουλευτών, δεν απαντώνται από τους Υπουργούς.

Εγώ, προσωπικά έχω καταθέσει τρεις φορές μία Ερώτηση προς την ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία ακόμη δεν έχει συζητηθεί και θα αναγκαστώ να την επανακαταθέσω. Αυτά ήθελα να αναφέρω, για τις διαδικασίες κοινοβουλευτικού ελέγχου, στο οποίο η πρόταση νόμου κατ' ουσίαν σήμερα εντάσσεται.

Παρά τις μεθοδεύσεις της Κυβέρνησης και τις καθυστερήσεις, η πρόταση του Κ.Κ.Ε. είναι επίκαιρη και θα συνεχίσει να είναι επίκαιρη, γιατί η πολιτική της κυβερνήσεως, όχι μόνον δεν αντιμετωπίζει τα προβλήματα των λαϊκών οικογενειών, αλλά τα διευρύνει.

Βέβαια, η πραγματικότητα είναι, ότι σήμερα στην Ελλάδα του 2016 και μετά το βάρος των φορολογικών επιδρομών, ελάχιστες λαϊκές οικογένειες έχουν το εισόδημα των 50.000 € με δύο παιδιά.

Εν πάση περιπτώσει, πριν από ένα χρόνο αυτή η Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, υποσχόταν αξιοπρέπεια, υποσχόταν αξιοπρεπείς συντάξεις, αξιοπρεπείς μισθούς, ένα αξιοπρεπές κοινωνικό κράτος. Τι έκανε τελικά στην πράξη; Ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που προεκλογικά πρέσβευε.

Μίλησε η Εισηγήτρια της Πλειοψηφίας για ένα άλλο όραμα, αλλά αυτό που τελικά βλέπουμε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι ότι η χώρα επέστρεψε στην ύφεση. Είχαμε ύφεση το 2015 αλλά και το 2016 και σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, πιθανότατα και το 2017 και αυτό επηρεάζει άμεσα τις προοπτικές όλων των ελληνικών οικογενειών.

Το άλλο όραμα θα έπρεπε να είναι, ότι παράγουμε και εξάγουμε και αξιοποιούμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας και στηρίζουμε αυτόν που προσπαθεί να δουλέψει.

Τελικά, όμως, από αυτή την Κυβέρνηση, βλέπουμε, ακριβώς το αντίθετο.

Μιλήσατε για το κοινωνικό κράτος, αλλά για να δούμε το τι έχει γίνει στην πράξη γι' αυτό το κοινωνικό κράτος;

Η βιώσιμη κοινωνική πολιτική πρέπει να στηρίζεται σε μια βιώσιμη οικονομία και το 2014 που η χώρα μας είχε μετά από χρόνια θετικό πρόσημο στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, μπόρεσε από το πλεόνασμα του προϋπολογισμού, σε μια χρονιά ανάπτυξης - μικρής ανάπτυξης αλλά μια χρονιά ανάπτυξης - να μοιράσει 450 εκατ. σε 700.000 νοικοκυριά με τον ν.4254/2014.

Στον αντίποδα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που έβαλε ως σημαία της το κοινωνικό κράτος, το 2015 και το 2016, ούτε τα μισά χρήματα από αυτά τελικά δεν έχει δώσει στην πράξη για την αντιμετώπιση της φτώχειας και έρχεται καθυστερημένα με περικοπές, να εφαρμόσει το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που ήταν βασική πολιτική επιλογή της Κυβέρνησης Σαμαρά.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι επίκαιρη η συζήτηση της πρότασης νόμου του Κ.Κ.Ε., γιατί όλα δείχνουν - και απ' ό,τι φαίνεται και σε όλα τα δημοσιεύματα - ότι από τον Σεπτέμβριο επιταχύνονται οι κατασχέσεις και οι πλειστηριασμοί και από το ελληνικό δημόσιο και από τις ελληνικές τράπεζες. Αυτά θα γίνουν, γιατί οι τράπεζες θα πρέπει να μειώσουν τις επισφάλειές τους, το δημόσιο θα πρέπει να εισπράξει τουλάχιστον 5 δισ. € βάσει όσων προβλέπει το μνημόνιο, για να αποφύγει αυτό που όλοι φοβόμαστε, τον κοφτή, ο οποίος θα οδηγήσει σε νέες μειώσεις μισθών και συντάξεων.

Ακούσαμε την Εισηγήτρια του ΣΥΡΙΖΑ, να συμφωνεί με την πρόταση νόμου και θυμόμαστε όλοι, ότι προεκλογικά μιλούσε ο ΣΥΡΙΖΑ, για σεισάχθεια.

Ορίστε, σας διευκολύνει το Κ.Κ.Ε. και σας φέρνει το νομοθέτημα που εσείς ελπίζατε. Πρώτη φορά βλέπω αυτό το «θέατρο του παραλόγου», από την μία ο ΣΥΡΙΖΑ να μιλάει για κοινωνικό κράτος και από την άλλη να προχωράει σε μέτρα, που το μόνο που κάνουν, είναι, να δημιουργούν «λουκέτα» και ανεργία.

Επίσης, δεν μπορώ να μην σημειώσω, την αγωνία του Εισηγητή της Πλειοψηφίας, για το Τραπεζικό Σύστημα.

Αγωνιά η πλειοψηφία για την ισχύ του τραπεζικού συστήματος. Βέβαια, αυτά πριν από δύο χρόνια δεν τα λέγατε πουθενά. Δεν συγκινεί κανένα η προσπάθειά σας και τα κροκοδείλια δάκρυα, αντίθετα ο κόσμος βλέπει ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στο θέμα των κόκκινων δανείων μόνο αρνητικά αποτελέσματα έχει να αναφέρει. Βέβαια, τελικά μείωσε με την τροποποίηση του νόμου Κατσέλη την στήριξη και την προστασία που το νομικό πλαίσιο έδινε για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Όμως, δεν εφάρμοσε το ν. 4307/14 και τελικά με το ν. 4354/15 προχωρά στην πώληση όλων των δανείων, κόκκινων και μη κόκκινων, σε εγχώρια και ξένα funds, το οποίο, φυσικά, θα επιταχύνει τους πλειστηριασμούς. Τελικά, η Κυβέρνηση δεν κατάφερε καμία προστασία για τους αδύναμους. Αν και αναφέρετε την προστασία μέχρι το 2018, η οποία δίνεται σε κάποιες κατηγορίες δανείων, όλοι οι αναλυτές της αγοράς γνωρίζουν ότι τόσο χρόνο χρειάζονται και όλα αυτά τα ξένα fundsγια να οργανωθούν, να δημιουργήσουν έναν μηχανισμό πλειστηριασμών και έτσι κι αλλιώς κανείς δεν χρειαζόταν να το κάνει πριν το 2018. Αυτή, λοιπόν, την πραγματικότητα σήμερα εσείς υπηρετείτε.

Ως προς τα δημοσιονομικά μέτρα, διότι τελικά η αδυναμία των νοικοκυριών να πληρώσει σε μεγάλο βαθμό είναι συνάρτηση των δημοσιονομικών μέτρων. Φυσικά θυμόμαστε την κριτική σας για το emailΧαρδούβελη και, δυστυχώς, τα μέτρα που πήραμε τον τελευταίο ένα χρόνο είναι υπερ-πολλαπλάσια. Εμείς, από την αρχή, λέγαμε ότι η Κυβέρνηση θεσπίζει ένα μηχανισμό μείωσης των συντάξεων. Όμως, ουσιαστικά, η Κυβέρνηση μας έλεγε ότι δεν κάνει αυτό αλλά ότι κάνει μεταρρυθμίσεις. Τώρα, όμως, βγαίνουν οι αποδείξεις από τα ΑΤΜ και βλέπει ο συνταξιούχος τη τελικά βάζει στην τσέπη του. Πλέον όλη αυτή η φιλολογία ότι δεν μειώνονται οι συντάξεις για οποιονδήποτε είναι συνταξιούχος και πήγαινε να εισπράξει την σύνταξή του ότι δεν ισχύει.

Μετά από τη δημοσιοποίηση της έκθεσης συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα συνολικά μέτρα που ψήφισε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ υπερβαίνουν ήδη το 5% του ΑΕΠ, τα 9 δις ευρώ, αυτά που θα πληρώσουν οι λαϊκές οικογένειες που είναι το αντικείμενο της πρότασης νόμου του ΚΚΕ.  Και, αν τελικά, που δεν το εύχομαι, ενεργοποιηθεί ο «κόφτης» αυτά τα μέτρα θα φτάσουν στα 12,5 δις ευρώ που θα κληθεί να πληρώσει η λαϊκή οικογένεια. Ειδικά, η αύξηση των έμμεσων φόρων που αποτέλεσε βασική πολιτική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δεν πλήττει τις ανώτερες οικονομικές τάξεις, αλλά αντίθετα τους κοινωνικά ασθενέστερους. Είναι ένας λογαριασμός πολύ υψηλότερος που από αυτό και οι ίδιοι οι δανειστές ζητούσανε 1,5 χρόνο πριν για την επίτευξη ακόμα υψηλότερων στόχων. Τι είπατε εσείς στον ελληνικό λαό; Ότι μειώσατε τους στόχους; Αν είχατε μειώσει και την φορολογία θα σας πιστεύαμε. Τελικά καταφέρατε το χειρότερο απ’ όλα. Μειώσατε τους στόχους, δηλαδή αυξήσατε το χρέος και αυξήσατε και την φορολογία. Άρα, και το χρέος και η φορολογία αυξήθηκαν και τελικά και το βάρος των Ελλήνων πολιτών. Αυτός είναι ο λογαριασμός της Κυβέρνησής σας. 

Το μέιζον, λοιπόν, πρόβλημα είναι που έχουμε μπροστά μας και αυτό που πλήττει τις λαϊκές οικογένειες είναι η ανεργία και η υπερφορολόγησης που στερεί το αίσθημα ασφάλειας από όλες τις ελληνικές οικογένειες. Άρα, πλέον, είναι το μέγα ζητούμενο, δηλαδή να επαναφέρουμε το αίσθημα ασφάλειας στους εργαζόμενους, στους συνταξιούχος και στα νέα παιδιά. Η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών έχει πλέον εξαντληθεί. Το διαθέσιμο εισόδημα διαρκώς συρρικνώνεται και τα λουκέτα στην αγορά πολλαπλασιάζονται. Αν δεν λύσουμε αυτά τα προβλήματα και αν δεν γυρίσει η οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης που αυτή η Κυβέρνηση δεν μπορεί να το πετύχει τότε κανένα μέτρο, ακόμα και αν ο ΣΥΡΙΖΑ επέστρεφε στις αριστερές του ρίζες και δεχόταν τα σημερινά μέτρα που συζητούμε, δεν θα μπορούσε να ανακουφίσει τελικά μακροπρόθεσμα την ελληνική λαϊκή οικογένεια. Γιατί η ελληνική οικογένεια αντιμετωπίζει 6% μείωση των επικουρικών συντάξεων το 2015, πάνω από 20% το 2016, πάνω από 20% μείωση του εφάπαξ, 2% οριζόντια μείωση όλων των συντάξεων το 2015, κατάργηση της κατώτατης σύνταξης από τα 486 ευρώ, δραματική μείωση των αναπηρικών και συντάξεων χηρείας, 35% μείωση του μερίσματος σε 400.000 συνταξιούχους, 50% από 80% μείωση της προσωρινής σύνταξης, κατάργηση για πάντα του ΕΚΑΣ για πάνω από 340.000 χαμηλοσυνταξιούχους και εξοντωτικές εισφορές σε αγρότες και ελεύθερους επαγγελματίες. Είναι πολύ μακρύς ο κατάλογος των φορολογικών μέτρων του 2015-2016 και δεν θέλω να τον επαναλάβω. Όμως, τελικά αυτό το περιβάλλον δημιουργεί μία μόνιμη αδυναμία στις λαϊκές οικογένειες και στερεί το όνειρο από αυτόν που προσπαθεί αν δουλέψει και να παράγει.

Βέβαια το μόνο εύκολο στην οικονομική δραστηριότητα είναι να λύνεις ένα πρόβλημα δημιουργώντας ένα άλλο. Αυτό, δημιουργείται με την συγκεκριμένη πρόταση του ΚΚΕ. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα των κόκκινων δανείων. Συγκεκριμένα αναφέρετε στην αιτιολογική έκθεση ότι ο σκοπός της πρότασης νόμου είναι να μετατεθεί το βάρος της κρίσης στους τραπεζικούς ομίλους, στους οποίους πλέον ο Έλληνας φορολογούμενος είναι βασικός μέτοχος. Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Γιατί αυτή η κρίση θα συνεχιζόταν και τα βάρη θα ξαναγυρνούσαν στους εργαζόμενους και τους ανέργους. Χρειάζεται η Κυβέρνηση να νομοθετήσει με ένα σύγχρονο πλαίσιο, το οποίο να λαμβάνει υπόψη  το ύψος του δανείου σε σχέση με την αξία που ενυπόθηκου ακινήτου, το λόγο του ύψους του δανείου προς το εισόδημα, του λόγου του κόστους εξυπηρέτησης του δανείου προς τη συνολική περιουσία τα οποία είναι αποτελεσματικά μακροληπτικά εργαλεία για τον περιορισμό της υπερβολικής πιστωτικής επέκτασης. Αυτό είναι δεδομένο. Βέβαια, δεν μπορούμε από την άλλη να επιβραβεύσουμε και τους στρατηγικούς κακοπληρωτές και αυτό πρέπει αν το ξεχωρίσουμε. Αυτό δεν το επιτυγχάνει η πρόταση νόμου που συζητάμε σήμερα εδώ. Στρατηγικοί κακοπληρωτές υπάρχουν σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Και αν πρέπει να μιλήσουμε για νέα εργαλεία και για ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο που θα διέπει ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα αυτό θα πρέπει να το κάνουμε σε συνεννόηση με την Τράπεζα της Ελλάδος ώστε ένα δούμε τους όρους και τις προϋποθέσεις για να γίνει πιο αποδοτικό και φιλολαϊκό.

Κλείνοντας, πρέπει να πω ότι για να υπάρξει διατηρήσιμη ανάκαμψη και για να υπάρχει προοπτική για όλες τις ελληνικές οικογένειες είναι απαραίτητο να αλλάξουμε την οικονομική πολιτική. Επιτέλους να δώσουμε έμφαση στην προσέλκυση επενδύσεων και στη δημιουργία νεών θέσεων εργασίας. Αυτή η Κυβέρνηση μέχρι στιγμής το μόνο που κάνει είναι να υλοποιεί επενδύσεις που ξεκινήσαν την τριετία ’12-’15. Αυτό είναι θετικό, αλλά δεν βλέπουμε καμία νέα επένδυση να ξεκινάει, δηλαδή κάτι καινούργιο που να μας δίνει ελπίδα, έτσι ώστε η ελληνική οικονομία να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η αξιοπιστία παραμένει χαμηλή. Το πρόβλημα ρευστότητας με τα creditcontrolsείναι πάρα πολύ μεγάλο. Η γραφειοκρατία δεν αντιμετωπίζεται. Ο νόμος πλαίσιο για τις αδειοδοτήσεις δεν λειτουργεί. Οι ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που δίνουν προοπτική δεν υπάρχουν. Άρα, όλο αυτό το πλαίσιο δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα και αυτό το εκρηκτικό μείγμα χρειάζεται λύσεις. Αυτή η Κυβέρνηση δεν αποτελεί μέρος της λύσης. 

Κοινοβουλευτικός Έλεγχος

Ερώτηση
Οι Βουλευτές μπορούν να απευθύνουν εγγράφως στους Υπουργούς ερωτήσεις για οποιαδήποτε δημόσια υπόθεση, οι οποίες σκοπούν στην ενημέρωση της Βουλής σχετικά με την υπόθεση αυτή. Οι Υπουργοί οφείλουν να απαντούν εγγράφως στους ερωτώντες Βουλευτές εντός είκοσι πέντε ημερών. Σε κάθε περίπτωση, στην αρχή μιας συνεδρίασης κάθε εβδομάδα εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη της Βουλής και συζητούνται αναφορές και ερωτήσεις
Αναφορά
Καθένας ή πολλοί μαζί μπορούν να απευθύνουν εγγράφως και επωνύμως παράπονα ή αιτήματα στη Βουλή των Ελλήνων. Οι Βουλευτές μπορούν, εάν το επιθυμούν, να υιοθετήσουν τις αναφορές αυτές. Ο Υπουργός είναι υποχρεωμένος, εντός είκοσι πέντε ημερών, να απαντήσει στην αναφορά.
Επίκαιρη Ερώτηση
Για θέματα της άμεσης επικαιρότητας, κάθε Βουλευτής έχει δικαίωμα να υποβάλλει επίκαιρη ερώτηση που απευθύνεται στον Πρωθυπουργό ή τους Υπουργούς, οι οποίοι απαντούν προφορικά. Μία φορά τουλάχιστον την εβδομάδα, ο Πρωθυπουργός απαντά ο ίδιος σε δύο τουλάχιστον επίκαιρες ερωτήσεις που αυτός επιλέγει. Επίκαιρες ερωτήσεις συζητούνται στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων σε τρεις συνεδριάσεις κάθε εβδομάδα, αλλά και στο Τμήμα διακοπής των εργασιών.
Επερώτηση
Οι επερωτήσεις αποσκοπούν στον έλεγχο της Κυβέρνησης για πράξεις ή παραλείψεις της. Οι Βουλευτές που έχουν καταθέσει ερωτήσεις ή αίτηση κατάθεσης εγγράφων μπορούν να τις μετατρέψουν σε επερωτήσεις εάν κρίνουν ότι η απάντηση του Υπουργού δεν είναι επαρκής. Οι επερωτήσεις συζητούνται στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων. Εάν υπάρχουν περισσότερες επερωτήσεις για το ίδιο θέμα, η Βουλή μπορεί να αποφασίσει την ταυτόχρονη συζήτησή τους, ή ακόμη και τη γενίκευση της συζήτησης.
Επίκαιρη Επερώτηση
Για θέματα της άμεσης επικαιρότητας οι Βουλευτές έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν επίκαιρες επερωτήσεις. Οι επίκαιρες επερωτήσεις συζητούνται κάθε Δευτέρα στην Ολομέλεια αλλά και σε ορισμένες συνεδριάσεις του Τμήματος διακοπής των εργασιών. Κατά γενικό κανόνα, οι διαδικασίες που προβλέπει ο Κανονισμός για τις επερωτήσεις εφαρμόζονται και στις επίκαιρες επερωτήσεις.
Ερώτηση & ΑΚΕ
Οι Βουλευτές μπορούν να απευθύνουν εγγράφως στους Υπουργούς ερωτήσεις για οποιαδήποτε δημόσια υπόθεση, οι οποίες σκοπούν στην ενημέρωση της Βουλής σχετικά με την υπόθεση αυτή, ενώ παράλληλα δύνανται να ζητούν και την κατάθεση σχετικών εγγράφων. Οι Υπουργοί οφείλουν να απαντούν εγγράφως στους ερωτώντες Βουλευτές εντός είκοσι πέντε ημερών.
Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων
Οι Βουλευτές έχουν το δικαίωμα να ζητούν εγγράφως από τους Υπουργούς την κατάθεση εγγράφων σχετικών με κάποια δημόσια υπόθεση. Ο Υπουργός οφείλει να καταθέσει εντός μηνός τα ζητούμενα έγγραφα. Πάντως δεν μπορούν να κατατεθούν έγγραφα που αφορούν διπλωματικό ή στρατιωτικό ή σχετικό με την ασφάλεια του Κράτους μυστικό.

Δημοφιλή Θέματα

Τελευταία Νέα

Αναζήτηση