Πέμπτη, 25 Οκτώβριος 2018 10:46

Έκθεση της Υποεπιτροπής Υδάτινων Πόρων της Βουλής: Αντιμετώπιση Λειψυδρίας στα νησιά

  • Εκτύπωση

Αντιμετώπιση Λειψυδρίας στα νησιά

Επιμέλεια Εισήγησης: Γεώργιος Ακριώτης – Χαρούλα (Χαρά) Καφαντάρη – Παναγιώτης (Νότης) Μηταράκης

I) Εισαγωγή

Η διαχείριση του νερού στα νησιά, ένας πολύ ιδιαίτερος χώρος, απαιτεί εξειδικευμένη προσέγγιση – συχνά διαφορετική από την προσέγγιση στην ηπειρωτική Ελλάδα. Και αυτό λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, της μορφολογίας του εδάφους, των καιρικών συνθηκών, και του μεγέθους τους - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν απαιτείται εξειδικευμένη διαχείριση των νερών και στα μεγαλύτερα νησιά.

Τα ζητήματα στα οποία η πολιτεία καλείται και οφείλει να δώσει μόνιμες και βιώσιμες λύσεις είναι πολλά και ποικίλα: Η πρόσβαση σε επαρκές και καλής ποιότητας πόσιμο νερό, η επάρκεια του νερού για άρδευση, η προστασία των νερών κολύμβησης είναι κάποια από αυτά. Ιδιαίτερη αντιμετώπιση πρέπει να υπάρχει κατά τους θερινούς μήνες όταν, λόγω του τουρισμού, έχουμε πολλαπλασιασμό του πληθυσμού και κατά συνέπεια των αναγκών υδροδότησης, οι οποίες καθίστανται και ιδιαίτερα επιτακτικές.

Πρώτο και βασικό μέλημα είναι να υπάρξει αλλαγή νοοτροπίας. Δε μπορούμε να συνεχίσουμε να διαχειριζόμαστε το νερό ως ένα αγαθό σε πλήρη επάρκεια ή / και αφθονία. Η αξία του νερού είναι ανεκτίμητη, για την ίδια τη ζωή, την οικονομία, τη διατήρηση των πληθυσμών, ωστόσο συνήθως καταλαβαίνουμε την αξία του όταν λείψει.

Πέρα από τις πληθυσμιακές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσουμε, λαμβάνοντας υπόψη τα πληθυσμιακά όρια αντοχής κάθε περιοχής (φέρουσα ικανότητα), απειλές αποτελούν η μειωμένη βροχόπτωση που οδηγεί σε λειψυδρία και μεσο-μακροπρόθεσμα σε ερημοποίηση περιοχών, και γενικότερα οι κλιματικές αλλαγές. Η διαχείριση του νερού περιλαμβάνει τόσο την έλλειψη υδατικών πόρων (λειψυδρία, ανομβρία) όσο και την υπερπληθώρα (πλημμύρες), αλλά και τη διαχείριση των θαλάσσιων υδάτων παρόλο που αυτά δε χρησιμοποιούνται άμεσα για ύδρευση ή/ και άρδευση.

Τα ζητήματα πολιτικής που ανακύπτουν αφορούν στην κατανομή των αρμοδιοτήτων, στο συντονισμό, στη χρηματοδότηση και στην επιλογή των έργων που θα κατασκευαστούν.

II) Περιγραφή θέματος

i. Υφιστάμενη Κατάσταση

Σε παγκόσμιο επίπεδο οι πιέσεις που δέχονται οι υδατικοί πόροι είναι πολλαπλές. Ειδικότερα, όσον αφορά στον ελληνικό νησιωτικό χώρο αιτίες τόσο ανθρωπογενείς όσο και φυσικές, οδηγούν στη μείωση και υποβάθμιση του υδατικού δυναμικού. Οι ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες (υψηλές θερμοκρασίες, μειωμένες βροχοπτώσεις, έως και ανομβρία σε κάποια νησιά), τα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά των νησιών που εντείνουν το πρόβλημα (λ.χ. μεγάλες επιφανειακές απορροές λόγω των κλίσεων), σε συνδυασμό με τις πραγματικές συνθήκες, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες ή παραλείψεις (υποδοχή επισκεπτών πέραν του ορίου αντοχής των νησιών, αλόγιστη κατανάλωση του νερού, υπεράντληση και υφαλμύρινση των υπόγειων υδάτων, έλλειψη συντήρησης και αναβάθμισης των δικτύων, σχεδόν μηδενική -μόλις 1%- ανακύκλωση του νερού),  αποτελούν βασικές παραμέτρους που συνθέτουν το πρόβλημα της ανορθολογικής και αναποτελεσματικής διαχείρισης των υδάτων στον ελληνικό νησιωτικό χώρο.

Σε επίπεδο διοίκησης το  πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός της έλλειψης συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων φορέων γενικότερα, αλλά και ειδικότερα μεταξύ της κεντρικής και αποκεντρωμένης διοίκησης. Η απουσία, άλλωστε, επί σειράς ετών μιας ολοκληρωμένης και συνεκτικής πολιτικής για το σύνολο των υδατικών πόρων - υπόγειων, παράκτιων και εσωτερικών - οδήγησε σε αποσπασματικές λύσεις και επιλογές και κατά συνέπεια σε ανορθολογική διαχείρισή τους, ενώ παράλληλα σε πολλές περιπτώσεις οι ισχύουσες διαδικασίες και το νομοθετικό πλαίσιο καθιστούν ιδιαίτερα χρονοβόρα την προώθηση και υλοποίηση των απαιτούμενων έργων.

Έως τώρα το πρόβλημα αντιμετωπίζεται  κατά κύριο λόγο με τη μεταφορά νερού στα νησιά, μια λύση, ωστόσο που συνεπάγεται μεγάλο κόστος και που δεν είναι δυνατόν να καλύψει πάντα άμεσα την αυξημένη ζήτηση για νερό, καθώς μπορεί να καταστεί κάποιες φορές ακόμα και αδύνατη εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Η Γενική Γραμματεία Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής προωθεί τη δημιουργία όσο το δυνατόν περισσότερων μονάδων αφαλάτωσης, στοχεύοντας σε ένα εναλλακτικό μοντέλο πιο αποτελεσματικό, και το οποίο συγκριτικά συνεπάγεται σημαντική μείωση του κόστους.

Η λειτουργία των μονάδων αφαλάτωσης ναι μεν προτάσσεται ως περισσότερο συμφέρουσα έναντι της ιδιαίτερα πολυδάπανης μεταφοράς νερού, παρ’ όλα αυτά δεν αποτελεί τη βέλτιστη λύση (ενεργειακό κόστος, αλμόλοιπα, κόστος λειτουργίας και συντήρησης). Το Μεσογειακό Σχέδιο Δράσης του περιβαλλοντικού προγράμματος του ΟΗΕ χαρακτηρίζει, μάλιστα, την επιβάρυνση των μονάδων αφαλάτωσης ως μια νέα οικολογική απειλή. Η αξιοποίηση, ωστόσο, νέων τεχνολογιών και καινοτομιών, καθώς και εναλλακτικών μορφών ενέργειας στον τομέα αυτό θα μπορούσε να καταστήσει τη λύση όχι μόνο οικονομικά αποδοτική, αλλά και περιβαλλοντικά βιώσιμη.

ii. Ευρωπαϊκή νομοθεσία / Αρμόδιοι Φορείς

Η ευρωπαϊκή Οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα, η Οδηγία για τις πλημμύρες, καθώς και η Οδηγία-πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική συναποτελούν το βασικό ρυθμιστικό πλαίσιο, όπως αυτό τίθεται από την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, που αφορά την ορθολογική διαχείριση των υδάτων.

Το Εθνικό Συμβούλιο Υδάτων, που αποτελεί το κύριο όργανο διαβούλευσης για θέματα διαχείρισης υδάτινων πόρων, η Εθνική Επιτροπή Υδάτων, που αποτελεί το αρμόδιο διυπουργικό όργανο για την επεξεργασία των σχετικών προτάσεων, καθώς και η Ειδική  Γραμματεία Υδάτων, με αντικείμενο το συντονισμό των υπηρεσιών και των κρατικών φορέων για κάθε ζήτημα που άπτεται της προστασίας και της διαχείρισης των υδάτων, είναι οι  βασικοί φορείς με σχετική αρμοδιότητα. Ωστόσο, στη διαχείριση των υδάτων εμπλέκεται μια σειρά από Υπουργεία με βασικό Υπουργείο, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αλλά και οι Περιφέρειες και οι ΟΤΑ Α’ Βαθμού.

III) Προτάσεις

Το πρώτο και βασικό ζήτημα και στη διαχείριση του νερού είναι αυτό της διακυβέρνησης. Η σωστή διακυβέρνηση με έναν ολιστικό τρόπο μπορεί να υποκαταστήσει ακόμα και την έλλειψη οικονομικών πόρων – όπως και η σωστή διαχείριση των υφιστάμενων υδατικών αποθεμάτων μπορεί να αμβλύνει σημαντικά τις επιπτώσεις της ανομβρίας. Σημαντικό ζήτημα εδώ αναδεικνύονται ακόμα μια φορά οι αρμοδιότητες: σε επίπεδο δήμου, περιφέρειας και κεντρικής κυβέρνησης (Υπουργεία). Είναι ζωτικής σημασίας ο συντονισμός, ο ορθός καταμερισμός των αρμοδιοτήτων και η σωστή συνεργασία. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν 14 Υδατικά Διαμερίσματα, όταν η Ιρλανδία έχει τρία και η Γαλλία έξι. Επίσης, τα νησιά του Αργοσαρωνικού ανήκουν στο Υδατικό Διαμέρισμα της Αττικής, ενώ τα προβλήματα είναι τελείως διαφορετικά. Ως εκ τούτου θα έπρεπε να αναθεωρηθεί ο διαχωρισμός των Διαμερισμάτων με ενδεχόμενη μείωση του αριθμού τους, να ομαδοποιηθούν τα νησιά σε ένα Διαμέρισμα και να βελτιωθεί η διαχείριση.

Το πρόβλημα του νερού είναι οριζόντιο και πολυεπίπεδο, άρα και ο συντονισμός είναι συνθήκη sine qua non. Στην Εθνική Επιτροπή Υδάτων συμμετέχουν όλα τα υπουργεία, όμως θα πρέπει να αποκτήσει έναν επιτελικό ρόλο, είτε η Επιτροπή, είτε οποιαδήποτε Αρχή δημιουργηθεί προς το σκοπό αυτό. Η υλοποίηση των έργων θα πρέπει να γίνεται σε τοπικό επίπεδο, βάσει σχεδίων δράσης και μετά από διαβούλευση των εμπλεκομένων, αλλά και των τοπικών κοινωνιών. Η νομοθεσία προφανώς και εδώ παίζει κομβικό ρόλο, αφενός ως προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων, αφετέρου στην απλοποίηση διαδικασιών προκειμένου για την κατασκευή έργων. Για παράδειγμα, για την κατασκευή ενός μεγάλου σχετικά φράγματος, η νομοθεσία, η αδειοδότηση και η χρηματοδότηση είναι εξαιρετικά δαιδαλώδεις διαδικασίες. 

Ως προς τη διαχείριση των υδατικών αποθεμάτων, υπάρχει ένας ιδιότυπος «ανταγωνισμός» μεταξύ ύδρευσης και άρδευσης, ο οποίος αντανακλάται και σε έναν «ανταγωνισμό» μεταξύ υπηρεσιών και υπουργείων. Η σωστή διαχείριση θα πρέπει να είναι ταυτόχρονα μοντέλο ρύθμισης των κρίσεων και των διενέξεων.

Η Ευρωπαϊκή Οδηγία για τη διαχείριση των υδάτων είναι σαφής: όλα τα νερά, (παράκτια, υπόγεια και εσωτερικά) θα πρέπει να προσεγγίζονται ολοκληρωμένα και κάθε 6 χρόνια να υπάρχει αναθεώρηση των μέτρων βελτίωσης. Στην Ελλάδα υπάρχει μια γενικευμένη καθυστέρηση και στην εφαρμογή των μέτρων και στην αξιολόγηση της αποδοτικότητάς τους και φυσικά στην έγκαιρη αναθεώρησή τους. Αυτό θα πρέπει να αλλάξει.

Πέρα από τη διαχείριση  των υφιστάμενων υδατικών πόρων, πρέπει να στραφούμε και στην ανανέωση και εμπλουτισμό των αποθεμάτων. Η Ελλάδα, ειδικά στα νησιά έχει μεγάλη παράδοση στη δημιουργία μικρών φραγμάτων (ακόμα και ανά ιδιοκτησία) και πεζουλών, τα οποία συγκρατούν το έδαφος, μειώνουν τη διάβρωσή του και συγκρατούν επιφανειακά το νερό. Ως αποτέλεσμα, ανανεώνονται τα υπόγεια αποθέματα και το νερό της βροχής δεν «χάνεται» με το να καταλήγει στη θάλασσα. Στα θετικά αυτής της «παραδοσιακής» λύσης είναι το μικρό κόστος, η εύκολη εφαρμογή σε τοπικό επίπεδο, και τα πολλαπλά αποτελέσματα (στο έδαφος, τα υπόγεια και τα επιφανειακά νερά). Στη Νάξο όπου είχε εφαρμοστεί παλαιότερα, επί προεδρίας Μ. Γλέζου στη δημοτική κοινότητα Απειράνθου, τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα θετικά και έγιναν αντιληπτά σε σχετικά μικρό χρονικό ορίζοντα. 

Παράλληλα πρέπει να ενισχυθεί η δημιουργία μικρών και μεσαίων δεξαμενών συλλογής νερού, αλλά και άλλες συνδυασμένες δράσεις φυσικής ενίσχυσης των διεργασιών αποθήκευσης υδάτων όπως δενδροφυτεύσεις, πράσινες ταράτσες κλπ. Στα νησιά, τα μικρής και μεσαίας κλίμακας έργα μπορούν να έχουν καλύτερα, γρηγορότερα και μονιμότερα αποτελέσματα σε σχέση με μεγάλα, κοστοβόρα και αργά στην υλοποίησή τους έργα. Σημαντικό ρόλο θα παίξουν και τα αντιπλημμυρικά έργα που θα εμποδίσουν τη διάβρωση των εδαφών και  θα προστατεύσουν καλλιέργειες, οικισμούς κλπ.

Η ανακύκλωση είναι κομβική και στο θέμα «νερό» και η Ελλάδα υστερεί σε αυτό, καθώς από ύδρευση και άρδευση ανακυκλώνεται μόνο το 1% των υπολοίπων. Στη γεωργία τα απόβλητα φτάνουν το 32%, τα οποία επηρεάζουν την ποιότητα των υδάτων. Και στην ιδιωτική χρήση είναι σημαντική η ανακύκλωση. Τέλος, σημαντικές είναι και οι δράσεις εκπαίδευσης και ενημέρωσης σχετικά με τη χρήση και τη ζήτηση του νερού (για παράδειγμα η ενημέρωση για τη χρήση πετσετών στα ξενοδοχεία, η οποία είναι ευρέως διαδεδομένη και στην Ευρώπη, αλλά και σε μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες στην Ελλάδα). Η αίσθηση των πολιτών ότι έχουμε άφθονο νερό μπορεί να οδηγήσει και σε αύξηση της ζήτησης και άρα να επανέλθουμε σε κατάσταση έλλειψης: χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της Νάξου όπου η αύξηση του νερού λόγω της αφαλάτωσης αύξησε σημαντικά τη ζήτηση. Κλειδί είναι η μετάβαση από τη γραμμική στην κυκλική οικονομία και οι δράσεις ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης παίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτό.

Η διαχείριση των υδάτων που χρησιμοποιούνται στην αγροτική οικονομία πρέπει να βελτιωθεί, καθώς επηρεάζει την ποιότητα και ποσότητα του νερού. Από τον τρόπο άρδευσης, την ανακύκλωση των αποβλήτων, τη χρήση φαρμάκων που επηρεάζουν τον υδροφόρο ορίζοντα οι δράσεις που πρέπει να γίνουν  είναι πολλές, λαμβάνοντας υπόψη ότι το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων χειρίζεται το 86% του νερού. Εδώ πρέπει να συμπεριλάβουμε και τον έλεγχο και συντονισμό των γεωτρήσεων οι οποίες γίνονται άτακτα, συχνά χωρίς άδειες και επιβαρύνουν τον υδροφόρο ορίζοντα.

Στην αντιμετώπιση του προβλήματος της διαχείρισης του νερού κεντρικό ρόλο πρέπει να αποκτήσουν τα ανώτατα και ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας και  ο επιστημονικός και ερευνητικός  κόσμος. Χρειαζόμαστε τη γνώση η οποία θα πρέπει να μετουσιωθεί σε πολιτική. Χρειαζόμαστε, επίσης, βελτίωση του νομικού πλαισίου, εξεύρεση των οικονομικών πόρων και ορθή διαχείρισή τους και τέλος συντονισμό μεταξύ εθνικού και περιφερειακού επιπέδου.

Η αφαλάτωση είναι μια λύση η οποία μπορεί να λειτουργήσει στα νησιά, καθώς η «πρώτη ύλη» είναι άφθονη. Σίγουρα αντιμετωπίζει το πρόβλημα πολύ πιο αποτελεσματικά από τη μεταφορά νερού (που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα) και με πολύ μικρότερο κόστος. Ωστόσο, έχει σοβαρά μειονεκτήματα: ενεργειακό κόστος, ακαταλληλότητα νερού για πόση, αλμόλοιπα και κόστος λειτουργίας και συντήρησης. Ενώ, λοιπόν, η αφαλάτωση είναι προτιμότερη από τη μεταφορά, είναι λιγότερο επιθυμητή από τις φυσικές λύσεις που περιγράφηκαν παραπάνω.

Τέλος, παρόλο που γίνονται προσπάθειες για μείωση του κόστους μεταφοράς νερού στα νησιά, αυτός ο τρόπος θα πρέπει να υποκατασταθεί σταδιακά από πολιτικές «πράσινης» διαχείρισης και αφαλάτωσης. Και αυτό γιατί η μεταφορά νερού δεν αποτελεί πολιτική διαχείρισης υδατικών πόρων, απλά αντιμετωπίζει το τελικό αποτέλεσμα της έλλειψης νερού, με μηδενικές επιπτώσεις στη βελτίωση των αποθεμάτων. 

IV) Συμπεράσματα

Οι υδάτινοι πόροι στα ελληνικά νησιά δέχονται πολλαπλές πιέσεις, τόσο ανθρωπογενείς, όσο και φυσικές. Ενόψει και των συνεχώς αυξανόμενων συνεπειών της κλιματικής αλλαγής σε παγκόσμιο επίπεδο οι προκλήσεις που τίθενται στο πεδίο της ορθής διαχείρισης των υδάτων στον ελληνικό νησιωτικό χώρο είναι περισσότερο επίκαιρες από ποτέ και θα πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα.

Οι ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες και τα  γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά του ελληνικού νησιωτικού χώρου γενικότερα, αλλά και του κάθε νησιού ειδικότερα, καθώς και οι επικρατούσες κατά την καλοκαιρινή περίοδο συνθήκες (υπερσυγκέντρωση/αυξημένη ζήτηση για νερό) καθιστούν αναγκαία τη διαφοροποιημένη προσέγγιση του ζητήματος, η οποία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της μεταξύ άλλων και τις ως άνω παραμέτρους.

Η προώθηση λύσεων «πράσινης» διαχείρισης και η επιστροφή σε παραδοσιακές λύσεις διαχείρισης των υδάτινων πόρων, οι οποίες συγκριτικά συνεπάγονται μικρό κόστος, δεν έχουν περιβαλλοντικές επιπτώσεις, εντάσσονται αρμονικά στο περιβάλλον των νησιών και δημιουργούν υποδομές, οι οποίες αντιμετωπίζουν το ζήτημα μακροπρόθεσμα, θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα. Ωστόσο και η μέθοδος της αφαλάτωσης μπορεί να επιδράσει θετικά και σημαντικά στο πρόβλημα της λειψυδρίας στα νησιά, καθώς με την αξιοποίηση, νέων τεχνολογιών και καινοτομιών, καθώς και εναλλακτικών μορφών ενέργειας στον τομέα αυτό θα μπορούσε να καταστήσει τη λύση όχι μόνο οικονομικά αποδοτική, αλλά και περιβαλλοντικά βιώσιμη.

Η κατάρτιση μιας ολοκληρωμένης πρότασης και ενός συνεκτικού σχεδίου για τη διαχείριση των υδατικών πόρων, η συνεργασία μεταξύ των συναρμόδιων φορέων της κεντρικής διοίκησης, καθώς και  ο συντονισμός ενεργειών με την τοπική αυτοδιοίκηση είναι κομβικά σημεία για τη αντιμετώπιση του προβλήματος, όχι αποσπασματικά, μεμονωμένα και κατά περίπτωση, όπως εν πολλοίς συμβαίνει μέχρι τώρα, αλλά κατά τρόπο μεθοδικό και στοχευμένο. Παράλληλα, είναι απαραίτητη η  βελτιστοποίηση του νομοθετικού πλαισίου, ώστε να μην θέτει εμπόδια, αλλά αντίθετα να διευκολύνει  την προώθηση και υλοποίηση των απαιτούμενων ενεργειών, καθώς και η προώθηση και ενίσχυση της έρευνας στο συγκεκριμένο πεδίο.

Εν κατακλείδι, η παγκόσμια πρόκληση της ορθολογικής διαχείρισης των υδάτων μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσα από συνεργασίες και συνέργειες και με τη συντονισμένη δράση και προώθηση λύσεων τόσο στο χώρο της επιστήμης, της πολιτικής, αλλά και της νομοθεσίας.

Διαβάστηκε 36 φορές

Πολυμέσα